Τετάρτη 10 Μαρτίου 2021

Στην πρώτη δροσιά της αυγής

όπου τα νέα φεγγάρια και οι έσχατοι ήλιοι


Έρχονται να πλυθούν

με τη σειρά τους

 

Ένα λεπτό άνοιξης

διαρκεί συχνά πολύ περισσότερο

από μια ώρα του Δεκέμβρη

μια εβδομάδα του Οκτώβρη

μια χρονιά του Ιούλη

ένα μήνα του Φλεβάρη

 

        Παντοτινοί νομάδες του παρελθόντος και του μέλλοντος,

η ανάμνηση της καρδιάς

και η μνήμη του αίματος

ταξιδεύουν λαθραία και τυχαία

ολότελα ξένοι

στο Έθνος του Καιρού. 


Dans les eaux brèves de l'aurore

où les nouvelles lunes et les derniers soleils


A tour de rôle

viennent se baigner


Une minute de printemps

dure souvent plus longtemps

qu'une heure de décembre

une semaine d'octobre

une année de juillet

un mois de février


Nomades de toujours et d'après et d'avant

le souvenir du cœur

et la mémoire du sang

voyagent sans papiers et sans calendriers

complètement étrangers

à la Nation du Temps.


Μτφ. Νίκη Κωνσταντοπούλου, από το βιβλίο, Jacques Prévert, Grand Bal du Printemps, suivi de Charmes de Londres, 1987, Edit. Gallimard

*η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο 


Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Άνθρωπος στο μπουκάλι



Άνθρωπος στο μπουκάλι


Κατοικώ μέσα σ’ ένα άδειο μπουκάλι κρασιού και κάθε βράδυ όταν η νύχτα σιμώνει, να πάρω το δρόμο ονειρεύομαι, να διασχίσω το λαιμό του, να σπρώξω το άνοιγμά του και να βγω στην επιφάνεια. Όμως η νύχτα βαθαίνει κι εγώ στροβιλίζομαι ακόμα στην κοιλιά του. Το λίγο αλκοόλ που έχει μείνει είναι ικανό να διατηρεί την υγρασία μου και σκέφτομαι πως ίσως να μην είμαι μόνος. Ίσως κι αυτός που κατοικεί σε υπόγειο υγρό κι ανήλιαγο, τις ίδιες σκέψεις κάνει. Ίσως κι εκείνος εκεί, ψηλά στο ρετιρέ, που κατακρημνίζεται στο άδυτο του μυαλού του, τις ίδιες σκέψεις κάνει. 

Κατοικώ στο κυλινδρικό σχήμα ενός μπουκαλιού. Κάθε μέρα στριφογυρίζω στα τοιχώματά του ώσπου να πέσω κάτω, να βρεθώ στη ράμπα του κέντρου όπου εκεί τραμπαλίζομαι αργά αργά μέχρι εκείνο να σταματήσει. Πάντα εκείνο σταματά. Εγώ αδυνατώ. Η κίνησή μου είναι τόσο οκνή που μόνο μπορώ ν’ ακολουθώ, ποτέ να προηγούμαι. Την οκνηρία μου, την έχω κερδίσει. Είναι μέρος ή και αποτέλεσμα ίσως των αποφάσεων που έλαβα στο παρελθόν για μένα. Μ’ έφερε λίγο λίγο σ’ αυτό το σημείο ώστε σήμερα να σας μιλώ γι’ αυτήν.

Το παραδέχομαι, καθώς στο παρελθόν υπήρξα πολύ ζωηρός κι επαναστατημένος, πως δεν είναι λίγες οι φορές που ξύπνησε μέσα μου ξανά η αντίσταση και είπα, ναι· σήμερα, την ανατροπή θα κάνω. Θα περπατήσω στο λαιμό του μπουκαλιού, να ξεφύγω λίγο απ’ τον κυλινδρικό πάτο που είχε αρχίσει να με ενοχλεί και ιλίγγους να μου δίνει.

Μα πάντα όταν το αποφάσιζα, ακριβώς μετά, βαριόμουν οικτρά. Και τι θ’ αλλάξει αν φύγω;, σκεφτόμουν. Η αλήθεια είναι πως είχα βαρεθεί ν’ ασχολούμαι με τα χούγια μου, τα γούστα μου και τις ιδέες μου. Κλείστηκα, λοιπόν, μέσα σ’ αυτό το μπουκάλι και είπα, μια χαρά, ησύχασα. Μια ζωή μου αναλογεί κι εμένα· ας ζήσω την υπόλοιπη εδώ μέσα, να τελειώνουμε. Εξάλλου, μέρος να κοιμάμαι έχω, η υγρασία που υπάρχει είναι αρκετή ώστε να συντηρούμαι και τούτη η θολή επιφάνεια του γυαλιού πού και πού μου επιτρέπει έξω να κοιτάζω. Κι άλλωστε τι θα χάσω από τον έξω κόσμο; Μήπως δεν τον έζησα ίσαμε δω;

Ευχόμουν, ωστόσο, πού και πού, -και αυτό θα το ομολογήσω-, να με πετάξει κάποιος στη θάλασσα και ως το Μεξικό να ταξιδέψω. Όνειρα της ενηλικίωσης που δεν επέτρεψαν οι μέρες κι ο καιρός στην έξω μου ζωή. Κι ενώ έχω κατασταλάξει, ήρεμα τα βράδια πέφτω για ύπνο, με μόνο όνειρο στο Μεξικό μαζί με το γυάλινο σπιτάκι μου να βρεθώ μια μέρα.

Σήμερα το πρωί, όμως, συνέβη κάτι απροσδόκητο. Για κάποιο λόγο ανεξήγητο ξύπνησα στο λαιμό του μπουκαλιού. Δεν ξέρω πώς συνέβη αυτό. Είμαι απολύτως βέβαιος πως δεν μετακινήθηκα. Με τάραξε πολύ το μέρος στο οποίο βρέθηκα, κατά τη διάρκεια του ύπνου μου όπως φαίνεται, αφού τίποτα δεν θυμάμαι. Μάλιστα βρέθηκα τόσο ψηλά, που βλέπω το φελλό μακρύ και συμπαγή να με καλημερίζει.  

Ωχ!, αναφώνησα. Αίσθημα τρόμου και πανικού με κυρίευσε. Βλέπεις, ακόμα κι αν έχεις ξεμακρύνει απ’ τα ανθρώπινα, αδύνατο να τα αποβάλλεις όλα. Θα μάντεψες πως σκέφτομαι την πόρτα από φελλό να σπρώξω κι έξω να χυθώ, να ζήσω, όπως συνήθιζε παλιός φίλος να μου λέει: «Πάψε τις ιδέες σου και ζήσε! Ζήσε τη μικρή ζωούλα σου, μην ψάχνεις παραπέρα.» Μα να πώς ξανάμπλεξα, και τη μικρή ζωούλα μου ήσυχα καθώς ζούσα, να τες πάλι οι ιδέες μού τριβελίζουν το κεφάλι. Ας ηρεμήσω, σκέφτομαι. Εξάλλου το φελλό μόνος μου πώς θα σπρώξω; Από την πολυκαιρία και την αδράνεια είχε κλείσει σαν σιδερένια πόρτα που ο χρόνος σφράγισε μια και καλή –για πάντα.

Ομολογώ πως είχα ξεχάσει πώς είναι αντιμέτωπος μ’ ένα άνοιγμα να έρχεσαι. Μ’ έναν δυνητικό ορίζοντα, σκληρό σαν τοίχο ωστόσο. Τον πρώτο καιρό που κλείστηκα εθελουσίως εδώ μέσα, προσπάθησα πολλές φορές να τον ανοίξω κι έξω να βγω στον κόσμο τον γνωστό, μα γύριζα συνέχεια πίσω και σκεφτόμουν να τηρήσω την απόφαση που πήρα. Αλλά τώρα πάνε χρόνια που δεν ειδωθήκαμε από τόσο κοντά. Απ’ ότι φαίνεται η μοίρα μου σκληρά παιχνίδια παίζει. Πλησιάζω. Η δύναμή μου ή η αδυναμία μου εκείνη τη στιγμή μόνο εκεί με κατευθύνει. Πλησιάζω πολύ κοντά και τι να δω. Μικρό πέρασμα, απ' τη φθορά του χρόνου, ξεκάθαρα υπάρχει. Είμαι απολύτως βέβαιος. Σαν κλέφτης το λοιπόν και σαν διαρρήκτης ετοιμάζομαι να μπω μες στον ενδεχόμενο ορίζοντά μου. Αυτόν που πάλι στη ζωή θα με οδηγήσει. Και στη διάρκεια αυτή αναρωτιέμαι τι να συνέβη αυτή τη νύχτα; Ποια συμφορά, ποια συντέλεια; Προχωράω προς το άνοιγμα και βλέπω έξω σκοτεινιά. Παρόλα αυτά, θα ’πρεπε να ’χει ξημερώσει. Η περιέργεια με έχει κυριεύσει κι αισθήματα πολλά με διακατέχουν άτσαλα. Πλησιάζω ακόμα περισσότερο. Η σκοτεινιά και η ησυχία η απόλυτη. Αφού έφτασα ως εκεί, άλλη επιλογή δεν έχω. Ήρθε η ώρα από το γυάλινο σπίτι μου να δραπετεύσω. Το σύμπαν φαίνεται να έχει για μένα επιλέξει.

Φτάνω στο άνοιγμα, λοιπόν, περνώ την πύλη. Ο αέρας μυρίζει λάδι καυτό κι έρχεται πνιχτός καπνός από φουγάρα. Κανείς δεν προχωρά στους δρόμους. Στέκομαι όρθιος. Τα πόδια μου δεν με βαστάνε για πολύ. Βλέπεις πάνε χρόνια που έχω ν’ αντικρίσω τον κόσμο σ’ αυτή τη στάση. Ξάφνου σαν σκιά διακρίνω κάποιον από μακριά να έρχεται προς το μέρος μου. Φορά καπέλο και καπαρντίνα. Θα ορκιζόμουν ότι παίζω σε ταινία. Μου φαίνεται γνωστός, ωστόσο. Μα ναι, όσο πλησιάζει αναγνωρίζω τη μορφή του. Είναι ο καθηγητής μου της Φυσικής απ’ το πανεπιστήμιο. Έχουμε να βρεθούμε κοντά 30 χρόνια. Πώς γίνεται μετά από τέτοια περιπέτεια εκείνον πρώτα ν’ αντικρίζω; Κι ενώ κοιτάζω σαστισμένος, εκείνος όλο και πλησιάζει με μια έκφραση σιγουριάς σαν να ’ξερε πως εκεί τον περιμένω. Κύριε, του λέω, τι κάνετε εδώ; Τι συνέβη; Εγώ θα έπρεπε να σε ρωτώ, εκείνος αποκρίνεται: «Ηττηθήκαμε, Οδυσσέα. Το σύμπαν εξεδικήθη.»

                Και μ’ ένα γέλιο τρανταχτό σαν κεραυνός που ουρανούς ανοίγει, με προσπερνά και μπαίνει στο μπουκάλι. Σφραγίζει το φελλό και έχω μείνει μόνος να κοιτώ τον έξω κόσμο που ποθούσα.

Νίκη Κωνσταντοπούλου 

Τα πνευματικά δικαιώματα έχουν κατοχυρωθεί. 
Το σχέδιο με μελάνι ανήκει στον Ισπανό καλλιτέχνη Juan Gris (1887-1927)
Τίτλος του έργου: Etude de verre et bouteille, homme au canotier 




Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020

Πάντα φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου



«Κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί» Τ. Λειβαδίτης



[Πάντα φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου]

Βομβαρδισμένος με κοιτάς
Τό ’να σου χέρι έχει φύγει
Ακουμπάει τον ώμο μου
Τό ’να σου πόδι έχει κοπεί
Μου το δίνεις ενθύμιο
Τα μάτια σου στάζουν στάχτες
Που μπαίνουν στα δικά μου
Και η φωνή σου η άφωνη
Σκίζει τα σωθικά μου.
Είναι Άνοιξη
Μα ο αλύπητος καιρός
Δεν λογαριάζει ούτε εσένα
Ούτε εμένα
Τον θάνατο κραδαίνει
Την κόλαση βλασταίνει
Μην απορείς για τίποτα
Μόνο
Να θυμάσαι
Να προφυλάγεσαι

Πρώτη δημοσίευση στο Τρένο της Ποίησης της Μαρίας Θεοφιλάκου
https://trenopoiisis.blogspot.com/2020/03/niki-konstantopoulou-wind-blowing.html?fbclid=IwAR3-uTXTIYIRtrZToSLwMQJ0mADSDYEkOXBVz66Mlx4urtHqBFjPgKaml1Y



[Ça souffle toujours aux carrefours du monde]


Sous les bombes tu me regardes
Ta main arrachée
Me touche l’épaule
Ton pied coupé
Tu me le donnes en souvenir
Des cendres suintent de tes yeux
Elles pénètrent les miens
Et ta voix aphone
Me déchire les entrailles.
C’est le printemps
Mais le temps impitoyable
Nous ignore
Toi comme moi
Il brandit la mort
Il engendre l’enfer
Ne t’étonne de rien
Rappelle-toi
Seulement
De te protéger

Traduction du grec: Danièle CHARRA









Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Δύο ποιήματά μου στη μικρή ανθολογία για τους πρόσφυγες από το Στίγμα Λόγου



NIKH ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ


Από τη συλλογή Απόψε νιώθω μια ντροπή, εκδ. Περί τεχνών, 2014

ΑΠΟΨΕ ΝΙΩΘΩ ΜΙΑ ΝΤΡΟΠΗ

Απόψε νιώθω μια ντροπή
που πάει και βασιλεύει
σε μία θάλασσα πικρή
που με αίμα γαληνεύει.

Απόψε νιώθω μια πληγή
βαθιά να ξεριζώνει
μία ανείπωτη φυγή
που ελπίδες ενσαρκώνει.

Από ένα μέσο φουσκωτό
βρώμικα ναυλωμένο
βουτάω μέσα στο βυθό
κουφάρι φαγωμένο.

Γίνομαι αύρα και νερό
τροφή κι απομεινάρι
για ένα λαό απύθμενο
κόκκινο συναξάρι.

Γίνομαι στάση και σταθμός,
δρόμος και μονοπάτι
και ταξιδεύω μοναχός
μ’ ένα σταυρό στην πλάτη.

*

Από τη συλλογή Εγώ, απέναντι, εκδ. Βακχικόν 2017

Ή

Είναι ένα νεογέννητο παιδί
που κυοφορεί και αυτό
ελπίδες, όνειρα, και απόψεις
που κάποτε θα πει ή δεν θα πει
που κάποτε μ’ αυτές θα πορευτεί ή όχι.
Αυτό το διαζευκτικό το ή
που θα το ταλαιπωρήσει πιο πολύ
κανείς δεν θα είναι εκεί
να του το εξηγήσει.
Κι έτσι με λίγη τύχη θα ζει
με λίγη ζωή και προσμονή
μέχρι σε λήθαργο να πέσει
στο σύμπαν πάλι να επιστρέψει
σαν επιταγή τυφλή τη μοίρα θα διατρέξει.

Δευτέρα 24 Ιουνίου 2019

Κατολίσθηση



Είναι καλοκαίρι. Η ζέστη πυρώνει το μέτωπό μας. Είναι καιρός που αναζητούσαμε λίγη πολύτιμη δροσιά στο βουνό. Κι όμως, τη ζέστη του μεσημεριού δεν την αποφεύγεις πουθενά. Συνεχίζουμε την πεζοπορία με σκοπό να βρούμε το πολυπόθητο κρύο ποτάμι που μας έχουν πει προκειμένου να δροσιστούμε. Έχουμε φύγει 3 μέρες από την πόλη προσπαθώντας να ξεχάσουμε τον καύσωνα, τη ρουτίνα και τα προβλήματα.

Χτυπάει το τηλέφωνο. Είναι ο ξάδερφός μου, ο οποίος με ενημερώνει για μια δουλειά. Δεν θέλω. Δεν θέλω να με παίρνουν τηλέφωνο για καμία δουλειά στην οποία πρέπει να καταθέσω πεντακόσια χαρτιά για να πάρω -στην καλύτερη- μια απάντηση απόρριψης. Του λέω ευγενικά πως είμαι διακοπές και πως κάνω αποτοξίνωση από τις αιτήσεις. Δεν δείχνει να καταλαβαίνει. Τέλος πάντων, κλείνουμε.

Καθώς προχωράμε προς το ποτάμι, είμαστε περίπου εκατό άτομα πεζοπόροι, αρχίζει να συννεφιάζει. Αναρωτιόμαστε όλοι γι’ αυτή την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας. Κάποιοι λένε πως το είχαν δει στο μετεωρολογικό δελτίο, ο εκπαιδευτής μάς λέει πως δεν είδε τίποτα και να μη φοβόμαστε, δεν υπάρχει περίπτωση να βρέξει. Δεν με πολυενδιαφέρει και να βρέξει αλλά αυτό το «δεν υπάρχει περίπτωση» έχω πάψει από καιρό να το πιστεύω. Υπάρχει περίπτωση για όλα και για τίποτα. Εμείς νομίζουμε πως μπορούμε να προβλέψουμε την περίπτωση· μια ψευδαίσθηση από τις πολλές που τρέφουμε. Αν βρέξει, έβρεξε, τους λέω. Εξάλλου τι μπορούμε να κάνουμε τώρα; Φτάνουμε στο ποτάμι.

Σε ένα τέταρτο ήμασταν εκεί. Πέφτω από τους πρώτους. Το νερό κρύο, χτυπάει το κορμί μου, που από την απότομη αλλαγή της θερμοκρασίας μουδιάζει και γίνεται σχεδόν μπλε. Όμως δεν με νοιάζει. Κολυμπάω. Πέφτουν και άλλοι δίπλα μου. Καθώς κολυμπάω βλέπω σε κοντινή απόσταση τα σπιτάκια-καταφύγια κάποιων βοσκών και κάποιες αντιπυρικές ζώνες. Βρύα και λειχήνες βγαίνουν στις όχθες και μεγάλες καλαμιές μπαίνουν ως βαθιά στο ποτάμι, το οποίο ρέει με αρκετή ορμή. Ωστόσο δεν είναι πολύ βαθύ και δεν τρομάζω. Βλέπω τα σύννεφα να πυκνώνουν. Πλησιάζω τον δάσκαλο και του λέω μήπως θα ήταν καλύτερα να βγούμε γιατί νομίζω πως το ποτάμι αρχίζει και φουσκώνει. «Μην ανησυχείς», μου λέει, «τα σύννεφα είναι παροδικά. Δεν πρόκειται να βρέξει». Δεν επιμένω, αν και αρχίζω λίγο να ανησυχώ. Οι πρώτες χοντρές ψιχάλες πέφτουν και κάποιοι αρχίζουν να βγαίνουν. Ο εκπαιδευτής προσπαθεί να τους καθησυχάσει να μείνουν, λέγοντάς τους πως η βροχή δεν πρόκειται να δυναμώσει.

Παρατηρώ πως το βουνό είναι απότομο με πέτρες και βράχους και πως σε μια δυνατή βροχή θα μπορούσαμε ακόμα και να κινδυνεύσουμε. Οι πρώτες αστραπές κάνουν την εμφάνισή τους. «Νίκο», λέω στον εκπαιδευτή, «πρέπει να απομακρυνθούμε. Θα βρέξει. Αν υποχωρήσουν οι πέτρες θα είναι επικίνδυνο. Καλύτερα να πάμε σε εκείνα εκεί τα καταφύγια των βοσκών και να περιμένουμε. Αν βρέξει, τουλάχιστον εκεί θα είμαστε προστατευμένοι». Ο Νίκος τσαντίζεται. Μου λέει πως του κάνω υποδείξεις για τη δουλειά του, πως κάνει πεζοπορία 10 χρόνια σ’ αυτό το ποτάμι και πως το καλύτερο που έχω να κάνω είναι να πάψω να πανικοβάλλω τον κόσμο. Ευτυχώς, σκέφτομαι, που δεν έχουμε μαζί μας παιδιά.

Σε λιγότερο από 10 λεπτά ξεσπάει φοβερή καταιγίδα με τους περισσότερους να είναι μέσα στο ποτάμι και να μην μπορούν να βγουν. Σκίζω τις πατούσες μου στην προσπάθειά μου να βγω και προσπαθώ να βρω ξύλα προκειμένου να τους δώσω να κρατηθούν για να καταφέρουν να βγουν. Ο Νίκος είναι άφαντος. Αρχίζουν να ουρλιάζουν από το φόβο τους, φωνάζουν βοήθεια και λένε πως θα πνιγούν. Με τον φίλο μου καταφέρνουμε να τους βγάλουμε όλους. Tους λέω πως πρέπει να κατευθυνθούμε στα σπιτάκια των βοσκών δείχνοντάς τους πού είναι. Παρατηρώ συνεχώς αν οι πέτρες βρίσκονται στη θέση τους.

Φτάνουμε με δυσκολία γεμάτοι λάσπες. Εκεί περιμένει ο Νίκος. Έχει προφτάσει να δημιουργήσει ένα πέρασμα από φύλλα και πέτρες που οδηγεί στο καταφύγιο και στα χέρια του κρατάει κάτι χαρτιά με ονόματα. «Τι κάνεις»; του φωνάζω. «Πού ήσουν; Γιατί μας άφησες μόνους εκεί κάτω; Και τι είναι αυτά τα χαρτιά»; Μου γνωστοποιεί ατάραχος πως δεν θα χωρέσουμε όλοι στο σπιτάκι και πως κάθε ένας που περνάει πρέπει να δίνει τα στοιχεία του.

Ποια στοιχεία;, σκέφτομαι. Είναι δυνατόν; Αν δεν πνιγούμε, θα μας τσακίσουν οι βράχοι που θα κυλήσουν από λεπτό σε λεπτό. «Νίκο, άφησέ μας να μπούμε τώρα όλοι μέσα. Θα χωρέσουμε. Φύγε! Κάνε στην άκρη!», του φωνάζω. Και τότε αποκρίνονται οι μπροστινοί μου με αγανάκτηση: «Να περιμένεις τη σειρά σου. Εμείς προηγούμαστε.» Ο φίλος μου βγαίνει εκτός εαυτού. Αρχίζει να οδύρεται και να φωνάζει πως όση ώρα αυτοί έπιαναν τη σειρούλα τους στην ουρά, εμείς προσπαθούσαμε να σώσουμε τον κόσμο που παραλίγο θα πνιγόταν στα ορμητικά νερά του ποταμού, το οποίο ο Νίκος γνώριζε πολύ καλά και δεν δεχόταν υποδείξεις γι’ αυτό. 

          «Είστε αγνώμονες!», φωνάζει ο Νίκος. «Μπείτε στη σειρά, ειδάλλως φύγετε». Δεν αντέχω αυτή την αδικία. «Θα ευχόμουν να έπεφτε ο βράχος να σε πλάκωνε», φωνάζω του Νίκου και ούτε ξέρω πώς καταφέρνει η ευγενική μου φύση να ξεστομίσει τέτοια κατάρα. «Μην ανησυχείς», μου λέει ψύχραιμος και αυτό με ερεθίζει ακόμα περισσότερο. «Κι εγώ να μην είμαι, θα αναλάβει άλλος να κρατά τα στοιχεία σας. Όλοι δεν χωράτε. Πάρ’ το χαμπάρι». Θεέ μου, σκέφτομαι, τι θράσος! Πηγαίνω στον κόσμο που περιμένει πίσω από μένα. Τους εξηγώ πως πρέπει να φύγουμε από εκεί. Να κατευθυνθούμε στο άλλο καταφύγιο που φαίνεται να είναι τουλάχιστον μισό χιλιόμετρο μακριά. Βρέχει καταρρακτωδώς. Τα πόδια μας βουλιάζουν στις λάσπες. «Δεν θα καταφέρουμε να φτάσουμε», φωνάζει ο πίσω μου. «Θα πέσουν οι βράχοι και θα μας πλακώσουν. Εμείς θα μείνουμε εδώ και θα περιμένουμε τη σειρά μας», μου λένε.

           «Η σειρά στην οποία περιμένετε σας οδηγεί σε βέβαιο θάνατο», τους απαντώ. «Και ποιος είσαι εσύ; Ο Θεός;» μου λέει κάποιος ειρωνικά. Θα εκραγώ. Δεν αντέχω. Για λίγο μένω ακίνητη. Καρφώνω με το βλέμμα μου τον μπροστινό μου. Έχει ένα τατουάζ, μια βιβλική μορφή. Τι να απεικονίζει; σκέφτομαι σε μια ώρα τελείως ακατάλληλη για περιττές σκέψεις. Λες πριν απ’ το θάνατο να κάνουμε περιττές σκέψεις έχοντας δεχτεί υποσυνείδητα την φυγή μας από αυτόν τον κόσμο; Ξαφνικά, νιώθω να παγώνουν τα πάντα γύρω μου σαν να γίνεται μια παύση σε κινηματογραφικό φιλμ. Κι έπειτα επανεκκίνηση σε slow motion. Στρέφω το βλέμμα μου στο βουνό. Ο βράχος έχει ξεκολλήσει και κατεβαίνει. Τα λιθάρια προηγούνται. Σέρνουν το ένα το άλλο ρυθμικά και συντονισμένα. Η βιβλική μορφή στο τατουάζ του μπροστινού μου, μού απλώνει το χέρι. Κάνω να το δώσω. «Όχι!» μου φωνάζει ο φίλος μου.

            Ξυπνάω απότομα. Στο ραδιόφωνο ακούγεται ένα δημοτικό τραγούδι. Έξω κάνει χαρά Θεού. Κοιτάζω το κινητό μου που είναι ακουμπισμένο στο κομοδίνο. Έχω μήνυμα από τον ξάδερφό μου. Μου έχει στείλει πληροφορίες για μια δουλειά. Η προθεσμία λήγει αύριο. Σηκώνομαι και κάνω καφέ. Πάω στον υπολογιστή μου και ξεκινάω να συμπληρώνω την αίτηση.
                                                                              
Νίκη Κωνσταντοπούλου
Τα πνευματικά δικαιώματα έχουν κατοχυρωθεί.
Η φωτογραφία είναι από το διαδίκτυο.